Ένας μύθος τον οποίο μας μεταφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης λέει ότι ο θεός-βασιλιάς των Ατλάντιων (λαός που ζούσε στην ΒΔ Αφρική παρά το όρος Άτλας) συγκέντρωσε τους ανθρώπους που ζούσαν διασκορπισμένοι και τους έβαλε μέσα σε περίβολο πόλεως. Τους υποχρέωσε δε να σταματήσουν τις ανομίες και τον θηριώδη τρόπο ζωής. Οι έγκλειστοι αυτοί ονομάστηκαν ποίμνιο και ο θεός-βασιλιάς Ποιμένας.Θεωρείται ότι όλοι οι μύθοι αποτελούν κατασκευάσματα που εξυπηρετούσαν στην κατανόηση όλων εκείνων τα οποία ήταν ακατανόητα για τους εμπνευστές τους. Υπάρχει βέβαια και η άποψη ολίγων ότι η παράδοση αποτελείται από μνήμες που συντηρούνται μέσω των μύθων, αλλά στην επιστημονική κοινότητα επικρατεί η αντίληψη ότι οι μύθοι είναι ουσιαστικά παραμύθια άνευ ιστορικής αξίας.
Αυτό είναι το περί μύθων δόγμα: Μύθοι = παραμύθια.
Δεν γίνεται δυστυχώς διάκριση μεταξύ των μύθων εκείνων που αναφέρονται στους θεούς, οι οποίοι έχουν κοινά στοιχεία αν και προέρχονται από κουλτούρες διάφορων λαών, και των υπόλοιπων μύθων που απλά αντιπροσωπεύουν την κουλτούρα του κάθε λαού. Αν η διάκριση αυτή γινόταν, θα είχαμε δεχτεί την άποψη των προγόνων μας οι οποίοι θεωρούσαν τις ιστορίες περί θεών και Γιγάντων παράδοση και όχι παραμύθι.
Τα περί ποιμνίου ωστόσο, τα αναφέρει και ο Πλάτων και μάλιστα σαν πληροφορία. Στον διάλογό του “Κριτίας” (109b), γράφει: Κάποτε οι θεοί έβαλαν σε κλήρο τις διάφορες περιοχές όλης της γης και τις μοιράστηκαν μεταξύ τους, χωρίς τσακωμούς….
..Κι όταν εγκαταστάθηκαν, μας έτρεφαν σαν κοπάδια, δικά τους αποκτήματα και ζωντανά,…(…ίον νομής ποίμνια, κτήματα και θρέμματα εαυτών ημάς έτρεφον,)
Ο Θεός τον οποίο πιστεύουμε σήμερα συνεχίζει να αποκαλείται Ποιμένας, πράγμα που, σύμφωνα με το δόγμα, μας οδηγεί να θεωρήσουμε ότι διατηρήσαμε τον χαρακτηρισμό που κάποιος μυθοπλάστης απέδωσε στον μυθικό θεό του και όχι ότι υπήρξαν κάποια άτομα τα οποία έμειναν γνωστά ως θεοί και συμπεριφέρονταν σαν Ποιμένες.
Την συμπεριφορά των θεών ή ημίθεων Ποιμένων την πληροφορούμαστε από έναν άλλο μύθο-παραμύθι: το έπος του Γκίλγκαμες. Εκεί, ο κατά τα δυο τρίτα θεός Γκίλγκαμες, παρουσιάζεται να βιάζει όλες τις γυναίκες του ποιμνίου του. Αυτό το θεάρεστο έργο (έτσι παρουσιάζεται στο έπος) το γνωρίσαμε ως «Δικαίωμα του άρχοντα στην πρώτη νύχτα» να εφαρμόζεται κατά την ιστορική εποχή. Ωθούμαστε λοιπόν και πάλι να θεωρήσουμε ότι η πρακτική αυτή αποτελεί μίμηση φανταστικών δρώμενων και όχι απόρροια καταστάσεων οι οποίες κάποτε την επέβαλλαν .
Από τις ιστορίες των ερώτων του Δία γνωρίζουμε ότι οι γυναίκες που βιάζονταν, από τους κατά τα δυο ή τρία τρίτα θεούς, ήταν τρία στα τρία απλοί άνθρωποι. Από δε τον Ησίοδο μαθαίνουμε < “Γυναικών Κατάλογος”. απόσπασμα 55(204)> ότι οι μιγάδες που προέκυψαν από τους βιασμούς δεν ήταν αρεστοί στον Δία ο οποίος βιαζόταν να καταστρέψει τις ψυχές των ημίθεων, με τους δυστυχισμένους θνητούς να μην ενωθούν τα τέκνα των θεών αντικρίζοντας τον θάνατο, αλλά οι μακάριοι και στο μέλλον όπως και πριν χωριστά απ’ τους ανθρώπους να έχουν το βιός και την κατοικία τους.
O Γκίλγκαμες, αν και μιγάς / ημίθεος, διατηρήθηκε και μάλιστα ορίστηκε από τους θεούς να παράγει αντίγραφά του. Δεν εξοντώνονταν επομένως όλοι οι ημίθεοι αλλά μόνον εκείνοι που είχαν μικρές δόσεις θεϊκού αίματος στις φλέβες τους (ο Γκίλγμαμες με τα δυο τρίτα του ήταν σχεδόν θεός).
Πως όμως γινόταν η διαλογή; Την απορία αυτή μας την λύνει και πάλι ο Ησίοδος γράφοντας πως ο διαχωρισμός μεταξύ θεών και ανθρώπων γινόταν μέσω της Κρίσης, την οποία Κρίση μάλιστα την υφίσταντο και οι θεοί: «Καί γάρ οτ’ εκρίνοντο θεοί θνητοί τ’ άνθρωποι Μηκώνη τότ’…»
«Γιατί όταν κρίνονταν οι θεοί και οι θνητοί άνθρωποι στην Μηκώνη, τότε…” τότε…ακολουθεί η ιστορία κατά την οποία ο Προμηθέας ξεγέλασε τον Δία προσφέροντάς του σκέτα κόκαλα τυλιγμένα σε λίπος (Θεογονία 535).
Το δόγμα δεν επιτρέπει να δεχτούμε Κρίση θεών. Είναι τόσο παράλογη η ιδέα αυτή που δεν τολμούν ούτε σε μυθοπλάστη να την αποδώσουν.
Οι μεταφραστές του Ησιόδου αρνούνται στον συγγραφέα το δικαίωμα να γράφει ακατανόητα για τους ίδιους πράγματα και έτσι αλλάζουν το ρήμα του παραπάνω αποσπάσματος:
– Σωκράτης Σκάρτσης στις εκδόσεις “Κάκτος” : «..όταν κανονίζονταν οι θεοί και οι θνητοί οι άνθρωποι».
– Σταύρος Γκιργκένης στις εκδόσεις “Ζήτρος”: «..όταν οι θεοί και οι θνητοί οι άνθρωποι χώριζαν μεταξύ τους».
– Π. Λεκατσάς στις εκδόσεις “Δαίδαλος”: «..τότε που κανόνιζαν τις σχέσεις τους θεοί και θνητοί άνθρωποι».
– Απόστολος Μ. Τζαφερόπουλος στις εκδόσεις “Γεωργιάδης”: «..όταν θεοί και άνθρωποι θνητοί κανόνιζαν τις μεταξύ τους σχέσεις».
Ωστόσο, σύμφωνα με τον σχολιαστή, όπως επισημαίνει ο κ. Γκιργκένης, η παραπάνω φράση του Ησιόδου σημαίνει «εκρίνετο τι θεός και τι άνθρωπος».
Κρίση θεού αναφέρεται από τον Πλούταρχο στο “Περί Ίσιδος και Οσίριδος” και είναι επίσης γνωστή από τα κείμενα της σφηνοειδούς και της ιερογλυφικής γραφής.
Οι κατασκευασμένοι υποτίθεται μύθοι, αν και προερχόμενοι από διάφορους λαούς, καθίσταται φανερό ότι διηγούνται μια ιστορία με συνοχή.
Η ιστορία αυτή απαξιώθηκε από τους θεολόγους, αλλά και τους επιστήμονες που ασχολούνται με την θρησκειολογία, την μυθολογία και την αρχαιολογία δια της παρουσίασης της Κρίσης ανθρώπων ζώντων, την οποία περιγράφουν τα κείμενα, ως μιας Κρίσης νεκρών, μιας Κρίσης ψυχών.
Έτσι, παρόλο που οι αντιλήψεις περί Κάτω Κόσμου και Κρίσης νεκρών δεν δικαιολογούν πλήρως την ιστορία που διηγούνταν οι μύθοι, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν το πνευματικό κατεστημένο το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα, προφανώς επειδή έτσι εξυπηρετούνταν όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές.
Όταν επετεύχθη η αποκρυπτογράφηση της αιγυπτιακής ιερογλυφικής γραφής, μεταφράστηκαν τα αιγυπτιακά ταφικά κείμενα τα οποία αποτελούν το ογκωδέστερο και αρχαιότερο σώμα αρχαϊκών κειμένων. Τα κείμενα αυτά ασχολούνται αποκλειστικά με το στάδιο της ιστορίας των μύθων το οποίο αναφέρεται στην Κρίση των ανθρώπων από τους θεούς. Παρέχεται σ’ αυτά πλήθος λεπτομερειών για την Κρίση όπως: ο σκοπός τον οποίο εξυπηρετούσε, οι προϋποθέσεις στις οποίες βασιζόταν η έκβασή της, οι απολαβές των επιτυχόντων και η εξόντωση όσων θεωρούνταν ακατάλληλοι. Εντύπωση δε ιδιαίτερη προκαλεί το γεγονός ότι περιγράφονται δυο είδη Κρίσεων: προηγείτο μια Κρίση που εστιαζόταν στην γλώσσα, και προφανώς σκοπό είχε να διαπιστώσει κατά πόσο ο κρινόμενος γνώριζε να μιλάει την γλώσσα των θεών (οι Αυστραλοί, οι οποίοι μέχρι το 1970 εφάρμοζαν εις βάρος των Αβοριγίνων μια Κρίση ανάλογη με αυτήν που περιγράφεται στα ταφικά κείμενα –απομάκρυναν τα κοριτσάκια της φυλής για να εμποδίσουν την γονιμοποίηση τους από γνήσιους Αβοριγίνες με σκοπό να εξαφανιστεί η φυλή- απαγόρευαν στα έγκλειστα κοριτσάκια να μιλούν την μητρική τους γλώσσα) και ακολουθούσε η κυρίως Κρίση, η οποία αφορούσε τα γνωρίσματα του φαινοτύπου του εξεταζομένου.
Δεν μπορεί να χωρέσει αμφιβολία ότι στα αιγυπτιακά ταφικά κείμενα γίνεται αναφορά σε Κρίση ανθρώπων ζώντων. Περιγράφεται δε με τόση ένταση και καθαρότητα η αγωνία των ανθρώπων για την έκβασή της, που εγκαθίσταται η υποψία ότι μια μορφή της Κρίσης αυτής συνέχιζε να εφαρμόζεται μέχρι κάποια σχετικά πρόσφατη, πριν την καταγραφή των κειμένων, εποχή. Οι θεοί αποκαλούνται ευθέως φονιάδες, γίνεται αναφορά στα μαχαίρια που βρίσκονται στα χέρια τους, στα σφαγεία τους, στο αίμα που τρέχει ενώπιόν τους κατά την διαδικασία της Κρίσης και περιγράφονται με ακρίβεια τα οφέλη για τον κριθέντα με επιτυχία: ένα σπιτάκι με κήπο και λιμνούλα καθώς και ένα χωραφάκι και, το κυριότερο απ΄ όλα, η άδεια να κάνει έρωτα. Το σεξ ήταν απολύτως απαγορευμένο πριν από την Κρίση!
Λογικά θα έπρεπε με την μετάφραση των ταφικών κειμένων να είχαν καταρρεύσει τα περί Κάτω Κόσμου και κολασμένων ψυχών. Αυτό όμως δεν συνέβη διότι οι ιερείς, στα βιβλία τα οποία οι ίδιοι συνέταξαν και τα οποία μεταφράσθηκαν ταυτόχρονα με τα ταφικά κείμενα, παρουσίασαν τα δρώμενα να συμβαίνουν μετά θάνατον. Ένιωθαν και οι ίδιοι αμηχανία με τα περί σεξ μετά θάνατο, τα οποία συναντούσαν στα ταφικά κείμενα, ή με την προσευχή του υποτιθέμενου νεκρού ο οποίος ζητούσε γρήγορα η οικογένειά του να πάει να ζήσει μαζί του εκεί στον τάφο όπου βρισκόταν, αλλά είτε γνώριζαν πως τα ταφικά κείμενα αναφέρονταν σε Κρίση ζώντων είτε όχι, δεν μπορούσαν να ενεργήσουν διαφορετικά. Αποτέλεσμα της όλης σύγχυσης πιστεύω ότι υπήρξε ο παραλογισμός της μουμιοποίησης. Τα ταφικά κείμενα, η ιερή τους παράδοση, απαιτούσε παρουσία του σώματος κατά την Κρίση και μια και εμφάνιζαν πλέον την Κρίση να γίνεται μετά θάνατο, βρέθηκαν αναγκασμένοι να εφοδιάσουν τον νεκρό με ένα ευπρεπές σώμα.
Οι μεταφραστές των ταφικών κειμένων έλυσαν το πρόβλημα του ασύμβατου των κειμένων με το να μεταφράσουν ως νεκροί τον όρο ο οποίος ονόμαζε τους κρινόμενους. Αν ο όρος αυτός, mut, παραμείνει αμετάφραστος, τα ταφικά κείμενα κατ’ ουδένα τρόπο μπορεί να θεωρηθούν ότι αναφέρονται σε νεκρούς. Αποτέλεσμα βέβαια της επιλογής τους αυτής είναι νεκροί οι οποίοι μιλάνε, τρέχουν, τρώνε, θυμώνουν και, βεβαίως, επιδίδονται μετά μανίας στο σεξ (αφού εν ζωή τους απαγορευόταν!)
Πως δικαιολόγησαν αυτή την κατάσταση; Είπαν, οι διασημότεροι από τους μεταφραστές της ιερογλυφικής, ότι τα κείμενα δεν είναι παρά άνευ αξίας μαγικά ξόρκια.
Τα αρχαιότερα και ιερότερα κείμενα που διαθέτουμε σαν ανθρωπότητα είναι ευτελή μαγικά ξόρκια. Είμαστε αλήθεια μια τόσο άτυχη ανθρωπότητα;
Κατά τον τρόπο πάντως αυτόν το δόγμα ότι οι μύθοι είναι παραμύθια καλά κρατεί, σε μια κατά τα άλλα τεχνολογικά, επιστημονικά και πνευματικά προοδευμένη ανθρωπότητα.
Η Κρίση που μας περιμένει πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι κι αυτή δανεισμένη, σαν ιδέα, από κάποιο παραμυθάκι των προγόνων μας!
O δογματικός τρόπος αντιμετώπισης των μύθων πιστεύω ότι ευθύνεται για την απουσία επιστημονικά τεκμηριωμένης θεωρίας για την προέλευση της περί Θεού ιδέας. Όσες σχετικές θεωρίες υπάρχουν είναι και αυτές ουσιαστικά δογματικού χαρακτήρα, είτε προέρχονται από πιστούς είτε από άθεους. Οι πιστοί «γνωρίζουν» ότι οι γραφές είναι θεόπνευστες και οι άθεοι «γνωρίζουν» ότι οι πρόγονοί μας θεοποίησαν τα στοιχεία της φύσης (απόρροια του έμφυτου θρησκευτικού μας συναισθήματος) ή, στην καλλίτερη περίπτωση, ικανοποιούνται με την θεωρία που οδηγεί από τον ανιμισμό, μέσω του πολυθεϊσμού, στον μονοθεϊσμό.
Αν εξετάσετε την δική σας αντίληψη για την προέλευση της ιδέας του Θεού, θα διαπιστώσετε ότι αρκείστε στην όποια θεωρία έχετε προτιμήσει χωρίς να έχετε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για την εγκυρότητα των στοιχείων που την στηρίζουν.
Δημήτριος Τριμιτζόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου